Μαρία Πουλαντεράκη
Κάθομαι στη ξύλινη βεράντα και αγναντεύω τα μακρινά ψηλά βουνά και τα πράσινα χωράφια που περιβάλλουν την αυλή του σπιτιού. Ο ουρανός γεμάτος λευκά αφράτα σύννεφα, σαν μικρά φτερά αγγέλων που χάθηκαν στο σκοτάδι ψάχνουν τον ήλιο που έχει κρυφτεί πεισματικά. Μυρωδιά υγρού χώματος φτάνει στη μύτη μου. Παίρνω βαθιές ανάσες. Μακριά από την πόλη με τους εξοντωτικούς ρυθμούς, κλείνω τα μάτια για μια στιγμή και αφήνομαι σε ξεχασμένες μυρωδιές και ήχους. Απαλά μουρμουρητά έρχονται από ψηλά σαν ψίθυροι του ουρανού που αναζητούν ένα κομμάτι γης να ξαποστάσουν. Ο ουρανός γίνεται βαρύς, γκρίζος. Πάνω από τα βουνά είναι μαύρος και απειλητικός. Τα απαλά μουρμουρητά γίνονται βροντερές φωνές και βροχή δυνατή, απότομη πέφτει κουρτίνα πυκνή μπροστά μου. Σε μια στιγμή μόνο η μέρα γίνεται νύχτα. Το σκοτάδι καταπίνει το πρωινό φως και γίνεται κυρίαρχος. Μόνο οι ξαφνικές αστραπές, σαν μικρές νεράιδες που σκορπούν λάμψη και δροσιά με μια μαγική σκόνη έρχονται να φωτίσουν το μαύρο πέπλο που με τυλίγει. Νιώθω μικρή, ασήμαντη μπροστά στο μεγαλείο της φύσης. Μια σταγόνα μέσα στο σύμπαν, το απέραντο, το άπειρο. Λίγη ώρα μετά έτσι ξαφνικά όπως ξεκίνησε η καταιγίδα αποχωρεί δίνοντας τη θέση της σε μια βροχή γλυκιά, απαλή, νανουριστική.
Απλώνω τα χέρια και η βροχή κυλάει ανάμεσα από τα δάχτυλά μου, μουσκεύει τα μαλλιά μου, πλένει το πρόσωπό μου. Οι σταγόνες της διαλύονται μόλις με αγγίζουν και έρχονται κι άλλες κι άλλες…Σαν παιχνιδιάρικα πουλιά που μαθαίνουν να πετούν έρχονται και φεύγουν. Σα να θέλουν να πάρουν κι εμένα στο ταξίδι τους. Το χώμα αχνίζει, μυρίζει υπέροχα και μια λεπτή στρώση πάχνης υγρής κρέμεται από πάνω του. Τα χρώματα είναι πιο δυνατά, πιο καθαρά. Ξεπλύθηκαν από τη σκόνη και μοιάζουν νέα, αστραφτερά, σαν ένας ζωγράφος να βούτηξε μόλις το πινέλο του στις μπογιές του και το πέρασε από πάνω τους. Φρέσκο, αμόλυντο. Ο ουρανός ξανοίγει. Τα λευκά αγγελόφτερα σύννεφα άρχισαν να διακρίνονται πάλι. Οι βροντές σιγά σιγά παύουν. Ακούγονται από μακριά πάνω από τα καλυμμένα με πυκνά μαύρα σύννεφα βουνά. Και μετά σωπαίνουν και ξαναγίνονται αραιά και αβέβαια ψιθυρίσματα Σαν σιωπηλές ανάσες του χειμώνα που κατεβαίνουν από τον ουρανό να εδραιώσουν την έλευσή του.
ΤΕΛΟΣ