Ευγενία Παντελοπούλου
Η ατμόσφαιρα ήταν μαγική όπως όλες τις φορές που είχαν έρθει με τους γονείς και τον μικρούλη αδερφό του. Σήκωσε τα χεράκια του ψηλά και άρχισε να πηδάει από τη χαρά του. Δεν το πίστευε ότι τα είχε καταφέρει να σηκωθεί και να φτάσει μέχρι εκεί. Ξεχύθηκε στους διαδρόμους του απέραντου γιορτινού πάρκου κρατώντας από το χέρι πότε τον αδερφό του και πότε τη μαμά ή τον μπαμπά του. Ατέλειωτες σειρές από ψηλά δέντρα με χιλιάδες φωτάκια που τα αγκάλιαζαν σφιχτά από πάνω μέχρι κάτω και σκορπούσαν φως, ζεστασιά και χαρά. Αμέτρητα στολίδια που κρεμόντουσαν πάνω στα δέντρα: μπάλες κόκκινες, χρυσές, πράσινες, ασημί, διάφανες, καμπανούλες, μικρά ελατάκια, χρυσά κι ασημένια φιογκάκια, σκορπούσαν στην ατμόσφαιρα τα Χριστούγεννα και τη χαρά. Πάγκοι με γλυκά, ζαχαρωτά, χριστουγεννιάτικα γλειφιτζούρια, κέικ σε σχήμα έλατου, Αι Βασίλη, Αστεριού σκορπούσαν υπέροχες μεθυστικές μυρωδιές, κανέλας και ζάχαρης και τους προσκαλούσαν να τα γευτούν. Με τι όρεξη έφαγε από όλα, χωρίς να νιώσει την παραμικρή ενόχληση στο στομάχι του! Γλυκιές Χριστουγεννιάτικες μελωδίες πλημμύριζαν τον αέρα σαν ψίθυροι του ουρανού που αναζητούν ένα κομμάτι γης να ξαποστάσουν και είχαν καταφέρει να το βρουν σ΄ εκείνη την χώρα της χαράς. Μικρότερα και μεγαλύτερα παιδιά πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, με γελαστά πρόσωπα και κόκκινες μυτούλες, χαζεύοντας την τεράστια φάτνη που είχε στηθεί στη μέση.
Ο μικρός Χριστούλης ξαπλωμένος στο παχνί, η Παναγία γονατισμένη δίπλα του, ο Ιωσήφ έτοιμος να τους προστατέψει. Αγελάδες, πρόβατα κι αρνάκια που βέλαζαν γλυκά κι αγκάλιαζαν με τη ζεστασιά τους τον μικρό Χριστούλη. Το μεγάλο άστρο πάνω από τη φάτνη ήταν τόσο φωτεινό σαν μικρά φτερά αγγέλων που χάθηκαν στο σκοτάδι και στη συνέχεια μετατράπηκαν στο φως που διαλαλούσε σε όλον τον κόσμο τον «Μεγάλο ερχομό». Το βλέμμα του στάθηκε στον μικρό Χριστούλη. Έσφιξε για λίγο τα ματάκια του και τον ευχαρίστησε από τα βάθη της ψυχής του που τον βοήθησε να έρθει και να τον ξανασυναντήσει σε αυτό το μαγικό μέρος. Πιο κάτω συνάντησαν τον Αι Βασίλη πάνω στο έλκηθρο του που το έσερναν μικρά ελαφάκια. Με τα ποδαράκια τους να αιωρούνται στον αέρα έμοιαζαν σαν παιχνιδιάρικα πουλιά που μαθαίνουν να πετούν. Στάθηκε μαζί με τον αδερφό του στην ουρά με τα άλλα παιδιά για να φτάσουν στον Αι Βασίλη και να του ζητήσουν τα δώρα τους. Αισθανόταν τόσο καλά και καθόλου αδύναμος. Πόσο χαιρόταν που έβλεπε τους γονείς του γελαστούς κι ευτυχισμένους μετά από τόσο πολύ καιρό που είχε συνηθίσει να τους βλέπει κλαμένους και δυστυχισμένους. Ο μικρούλης αδερφός του ζήτησε ντροπαλά αλλά με σταθερή φωνή ένα μεγάλο κόκκινο αυτοκίνητο για δώρο. Εκείνος έσκυψε και ψιθύρισε το δικό του δώρο στο αυτί του Αι Βασίλη που τον κοίταξε χαμογελώντας σα να του υποσχόταν ότι θα του έφερνε το δώρο που του είχε ζητήσει. Τον κοίταξε με ανακούφιση. Που και που μικρές ριπές ενός κρύου αλλά αναζωογονητικού αέρα τους χάιδευαν τα μάγουλα και τις μύτες σαν σιωπηλές ανάσες του χειμώνα που κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό. Μα καθόλου δεν πείραζε κανέναν τους. Ακόμα και όταν σε για λίγο απαλές σταγόνες βροχής σαν μικρές νεράιδες που σκορπούν λάμψη και δροσιά τους χάιδεψαν για λίγο τα μάγουλα, άνοιξαν τα χέρια τους κοιτώντας προς τον ουρανό λες και τον ευχαριστούσαν για ό,τι τους είχε χαρίσει. Είχε περάσει αρκετή ώρα. Είχε νιώσει τόση χαρά και ευτυχία. Κοντοστάθηκε για λίγο ρίχνοντας μια τελευταία ματιά και έτρεξε ευτυχισμένος να χωθεί στην αγκαλιά της μητέρας του. Είχε αρχίσει να κουράζεται λίγο και ήθελε να βυθιστεί σε έναν γλυκό ύπνο και να ονειρευτεί όλα αυτά που είχε μπορέσει να ξαναδεί στο μαγικό Παραμυθοχώρι των Χριστουγέννων.
ΤΕΛΟΣ