Μαίρη Κολοβού
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πριγκίπισσα, η Ροζαλία, που ζούσε με τους γονείς της σε ένα όμορφο και πλούσιο βασίλειο. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κυβερνούσαν το λαό τους με δικαιοσύνη και αγάπη, κι έτσι παντού τριγύρω απλωνόταν η χαρά και η ευτυχία.
Στα 20 γενέθλια της πριγκίπισσας θα δινόταν ένας μεγαλειώδης χορός στη μαρμαστολισμένη σάλα του πύργου, όπου θα έρχονταν όλες οι πριγκίπισσες και οι πρίγκιπες των γειτονικών βασιλείων. Η πριγκίπισσα θέλησε να ετοιμάσει ένα φόρεμα μοναδικής ομορφιάς για να ευχαριστήσει τους γονείς της για τον μεγαλειώδη χορό. Έτσι, κάλεσε τον πιο ξακουστό ράφτη του βασιλείου και του ζήτησε να της φτιάξει το πιο όμορφο φόρεμα που θα είχε φτιαχτεί ποτέ.
Το πρωί της γιορτής λοιπόν, ο ράφτης έφτασε με το φόρεμα έτοιμο. Η πριγκίπισσα μόλις το είδε όμως, απογοητεύτηκε, γιατί δεν έβρισκε τίποτα ξεχωριστό σε αυτό. Ήταν όπως όλα τα φορέματα που είχε. Ο ράφτης επέμενε ότι το φόρεμα ήταν μοναδικό, αλλά η πριγκίπισσα ήταν απαρηγόρητη. Τότε εκείνος της είπε να το παρατηρήσει καλύτερα και συγκεκριμένα την κλωστή, που είχε χρησιμοποιήσει.
Η κλωστή αυτή ήταν μαγική και κάθε φορά θα άλλαζε το χρώμα του φορέματος. «Όταν θα βρίσκεσαι κάτω από το φως του φεγγαριού, το φόρεμα θα γίνεται ασημένιο, όταν θα σε βλέπει το φως του κεριού, το φόρεμα θα γίνεται χρυσό, όταν θα σε πλησιάζει κάποιος καλόκαρδος πρίγκιπας, το φόρεμα θα γίνεται κόκκινο σαν το ρουμπίνι, ενώ όταν θα σε πλησιάζει μια ζηλόφθονη πριγκίπισσα, θα γίνεται γκρίζο σαν τη στάχτη.» Η πριγκίπισσα σαν τα άκουσε αυτά ενθουσιάστηκε. Ο ράφτης τότε συνέχισε: «Πρόσεξε όμως, να μην βρεθείς σε αέρα, γιατί τότε η κλωστή θα φύγει μαζί του και το φόρεμα θα διαλυθεί.». Η βασίλισσα τρόμαξε και ζήτησε από την κόρη της να μην το φορέσει, εκείνη όμως που είχε κατενθουσιαστεί επέμενε και το φόρεσε. Όταν εμφανίστηκε στη σάλα, τα βλέμματα όλων έπεσαν πάνω της. Ήταν πανέμορφη και πράγματι το φόρεμα άλλαζε χρώματα και όλοι είχαν μείνει άφωνοι. Κάποια στιγμή όμως, ένας υπηρέτης ξέχασε ανοιχτή την πόρτα του μπαλκονιού και ένας ορμητικός αέρας μπήκε μέσα. Αμέσως η κλωστή άρχισε να τον ακολουθεί με αποτέλεσμα το κάτω μέρος του φορέματος να ξηλώνεται. Ένας πρίγκιπας που βρισκόταν κοντά της και όλο το βράδυ δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της, είδε τι συνέβαινε και χωρίς δισταγμό έβγαλε την μπέρτα του και αγκάλιασε με αυτή την πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα σαστισμένη κρύφτηκε στην αγκαλιά του πρίγκιπα, ενώ ο αέρας, που δεν μπορούσε πια να περάσει τη μπέρτα, έφυγε όπως είχε έρθει. Έτσι, το φόρεμα σώθηκε και η πριγκίπισσα έμεινε στη ζεστή αγκαλιά του πρίγκιπα για την υπόλοιπη ζωή της. Το φόρεμα βρίσκεται ακόμη προφυλαγμένο στο σεντούκι της πριγκίπισσας, να τους θυμίζει εκείνη τη μαγική βραδιά. Έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
ΤΕΛΟΣ