Ευγενία Παντελοπούλου
Ο συμπαθής νεαρός με το περιποιημένο μούσι, άνοιξε τη τζαμένια πόρτα της κουκέτας, καλησπέρισε και προχώρησε παρατηρώντας μια τα καθίσματα και μια το εισιτήριο του. Η κάπως ηλικιωμένη κυρία καθόταν στην πλευρά του παραθύρου κοιτώντας αμέριμνα προς τα έξω. Η όψη της φαινόταν λίγο κουρασμένη, αλλά απέπνεε μια γλυκύτητα και μια αρχοντιά. Του θύμισε αμυδρά την γιαγιά του, που είχε πεθάνει πριν λίγα χρόνια. Το βλέμμα τους συναντήθηκε και αυθόρμητα από μόνη της του έδειξε το εισιτήριο της, λίγο αγχωμένη.
-Εντάξει, της είπε καθησυχάζοντας την. Έχετε καθίσει στη θέση μου αλλά δεν πειράζει. Μην σηκώνεστε θα πάω εγώ στο διπλανό βαγόνι, στην δική σας. Δεν χρειάζεται να ταλαιπωρηθείτε.
-Ω, συγγνώμη, μάλλον δεν είδα καλά. Σας ευχαριστώ πολύ για την κατανόηση, του είπε χαμογελώντας ανακουφισμένη. Να είστε καλά. Είστε τόσο ευγενής!!
Η κοπελιά που καθόταν απέναντι από την λίγο ηλικιωμένη κυρία, τον κοίταξε με απορία, ανοίγοντας ελαφρά το στόμα της, παραξενεμένη. Τόση ευγένεια!
Ο νεαρός χαμογέλασε και χωρίς καθόλου εκνευρισμό ή θυμό, βγήκε από την κουκέτα και κατευθύνθηκε στο διπλανό βαγόνι που εγκαταστάθηκε στην σωστή θέση της ηλικιωμένης κυρίας. Η γιαγιά του θα ήταν σίγουρα περήφανη γι αυτόν, από εκεί που τον έβλεπε. Πάντα του έλεγε ότι η ευγένεια και η καλοσύνη κάνουν τον κόσμο μας καλύτερο.
Σε λίγο μια άλλη γυναίκα μεγαλύτερη από την νεαρή και αρκετά μικρότερη από την ηλικιωμένη μπήκε στην κουκέτα, τις καλησπέρισε ευγενικά και κάθισε δίπλα στη νεαρή κοπέλα.
-Ούφ, αναστέναξε. Πάλι καλά πρόλαβα το τελευταίο εισιτήριο. Λίγο ακόμα και δεν θα είχα καταφέρει να μπω στο τραίνο.
Σύντομα, σφυρίγματα ακούστηκαν και σιγά σιγά το τραίνο άρχισε να κυλάει πάνω στις γραμμές αφήνοντας πίσω τον σταθμό και τους λιγοστούς ανθρώπους που στέκονταν ακόμα στις αποβάθρες. Άλλοι χαιρετούσαν με γέλια, άλλοι μελαγχολικοί και δακρυσμένοι, άλλοι μιλούσαν στα κινητά τους λες και η στιγμή δεν είχε καμία σημασία για εκείνους. Λες και κατά λάθος είχαν βρεθεί εκεί.
Το τραίνο όλο και επιτάχυνε και η πόλη άρχιζε να γίνεται μια λωρίδα όλο και πιο θαμπή με φώτα, χρώματα, σχήματα που όλο και χάνονταν από τα μάτια Σε λίγη ώρα μια αμυδρή εξοχή άρχισε να συντροφεύει τα βλέμματα των επιβατών που συνέχιζαν να κοιτούν έξω.
Η νεαρή κοπέλα άφησε για λίγο το κινητό της πάνω στο τραπεζάκι της κουκέτας και άρχισε να ψαχουλεύει μέσα στο σακίδιο της. Κάτι έψαχνε που δεν έβρισκε. Άρχισε να αραδιάζει ό,τι υπήρχε εκεί μέσα. Γυαλιά, κλειδιά, χαρτιά, κοκκαλάκια, καραμέλλες για τον λαιμό, στυλό, ένα μικρό βιβλίο, ακουστικά, το πορτοφόλι της…Μια στίβα είχε αρχίσει να σχηματίζεται. Από το μισάνοιχτο πορτοφόλι της ξεγλιστρούσε μια κάρτα που τελικά γλίστρησε ολοκληρωτικά προς το μέρος της ηλικιωμένης κυρίας.
Εκείνη την έπιασε χαμογελώντας και κρατώντας την έτεινε το χέρι της προς το μέρος της νεαρής. Καθώς άθελα της κατέβασε για λίγο το βλέμμα της πάνω στην ταυτότητα, ένιωσε σα να την χτύπησε ξαφνικά ηλεκτρικό ρεύμα. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε και τα μάτια της βούρκωσαν στην στιγμή.
– Τι πάθατε, ρώτησε με αφέλεια η νεαρή. Μην στεναχωριέστε. Έτσι είμαι εγώ. Σίφουνας. Τα κάνω όλα λίγο μαντάρα για να βρω αυτό που θέλω. Είμαι τοξότης βλέπετε. Μου αρέσει η περιπέτεια και έχω μια τάση στην υπερβολή. Είμαι όμως αισιόδοξη και της χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο.
-Ναι, συγγνώμη, κατά λάθος είδα πάνω στην ταυτότητα σας ότι γεννηθήκατε στις 18 Δεκεμβρίου. Του 2000, ε;
-Ναι, ναι. Βεβαίως. Στις 10.45 το πρωί.
Αυτή τη φορά και η τρίτη γυναίκα σήκωσε τα μάτια της από το λαπτόπ που είχε ανοίξει πάνω στο τραπέζι και στράφηκε στη νεαρή γυναίκα λέγοντας της:
-Λοιπόν δεν θα το πιστέψετε αλλά, τη Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2000, στις 10.45 το πρωί ορκιζόμουν ως πτυχιούχος νοσηλευτικής. Και μάλιστα εγώ έλεγα τον όρκο γιατί είχα τον μεγαλύτερο βαθμό.
-Αλήθεια; Μα τι σύμπτωση, είπε η νεαρή και οι δύο ξέσπασαν σε γέλια.
-Είναι παράξενο αλλά και για μένα η Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2000 ώρα 10.45 πμ έχει μια ιδιαίτερη σημασία, ψέλλισε διστακτικά η κάπως ηλικιωμένη κυρία αλλά Είναι η ώρα που ένα αεροπλάνο που ταξίδευε για Αμερική έπεσε. Ο αδερφός μου ήταν ένας από τους επιβάτες του. Ήταν καθηγητής Μηχανολογίας και του είχαν κάνει μια εξαιρετική πρόταση από ένα Πανεπιστήμιο στην Καλιφόρνια. Αλλά δυστυχώς δεν ήταν το γραφτό του να φτάσει ποτέ.
– Ωωω, τι κρίμα. Πραγματικά, δεν είναι πολύ περίεργο που και για τις τρεις μας αυτή η ημερομηνία λέει κάτι; είπε η νεαρή κοπέλα.
-Και να σκεφτείτε ότι 3 περίπου μήνες πριν φύγει, είχε σωθεί από του χάρου τα δόντια, συνέχισε συγκινημένη η ηλικιωμένη κυρία. Την ώρα που βρισκόταν σε μία Τράπεζα έγινε μια ληστεία. Ήταν ο πρώτος δίπλα στο ταμείο. Οι ληστές φώναζαν στον ταμία. Προσπάθησε να τους πει να περιμένουν βλέποντας τον ταμία που έτρεμε. Τότε ο ένας του κόλλησε την καραμπίνα στο στήθος και τον αγριοκοίταξε.
Ένας νεαρός που ήταν λίγο πιο πίσω πετάχτηκε και τον έσπρωξε να πέσει κάτω και έπεσε πάνω του. Ο ληστής ευτυχώς στράφηκε να πάρει τα χρήματα που εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να βάζει ο ταμίας πάνω στο γκισέ και έτσι τον γλίτωσε.
Μόλις οι ληστές έφυγαν τρέχοντας, ο αδερφός μου αγκάλιασε το νεαρό και του είπε ότι του χρωστάει τη ζωή του και όταν χρειαζόταν ποτέ κάτι να τον ειδοποιούσε για να τον βοηθήσει. Ο νεαρός του είπε ότι σε λίγους μήνες η γυναίκα του θα γεννούσε και ότι σίγουρα θα τον καλούσε στη βάφτιση. Ο αδερφός μου ήξερε ότι θα έφευγε και του είχε δώσει τη διεύθυνση του στην Αμερική.
Ο νεαρός δεν φάνηκε ποτέ μέχρι που έφυγε και μετά….αν τον αναζήτησε….πού να τον βρει;
Η νεαρή άκουγε την ηλικιωμένη κυρία, με γουρλωμένα μάτια και δεν πίστευε στ΄αυτιά της.
-Κυρία, νομίζω ότι οι τρομερές συμπτώσεις συνεχίζονται. Αυτή την ιστορία μας την έχει διηγηθεί ο πατέρας μου πολλές φορές. Μήπως τον αδερφό σας τον έλεγαν Φάνη;
-Ναι, μα ναι. Πώς το ξέρεις; Δεν καταλαβαίνω.
Ο νεαρός που τον έσωσε ήταν ο πατέρας μου. Του έστειλε γράμμα λίγο καιρό μετά τη γέννηση μου για να του ζητήσει να μας πάρει όλους στην Αμερική. Αλλά βέβαια ποτέ δεν πήρε απάντηση. Είχε θεωρήσει πολύ κύριο τον αδερφό σας και δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πώς δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον όταν τον αναζήτησε.
– Σίγουρα θα κρατούσε τον λόγο του και θα είχε βοηθήσει τον πατέρα σου. Αλλά ήταν άτυχος κι αυτός Ίσως κι εσείς. Όμως η ζωή συνεχίζεται. Κανείς δεν χάνεται. Αρκεί να μένει ζωντανός.
-Αυτό είναι σίγουρο, είπε τότε η τρίτη γυναίκα που άκουγε όλη την ώρα με ενδιαφέρον τη συναρπαστική ιστορία των δύο άλλων γυναικών. Κι εμένα η μητέρα μου δυσκολεύτηκε πολύ στη ζωή της. Είχε έρθει στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, μικρό κορίτσι ακόμα, από τη μακρινή της πατρίδα. Τις Φιλιππίνες. Εγώ ήμουν νεογέννητη. Τι δύναμη βρήκε αυτή η γυναίκα!! Ήρθε μόνη της και μπόρεσε να τα καταφέρει.
Η ηλικιωμένη κυρία, άρχισε να παρατηρεί πιο προσεχτικά το όμορφο πρόσωπο της γυναίκας που μιλούσε. Είχε μικρά μαύρα μάτια, λίγο σχιστά, τώρα το πρόσεχε καλύτερα και ίσια στιλπνά κατάμαυρα μαλλιά. Κάτι της θύμιζε αυτό το πρόσωπο….
-Πάντα σκεφτόταν με ευγνωμοσύνη το πρώτο σπίτι που είχε δουλέψει ως οικιακή βοηθός κάπου στη Βούλα και την αγάπη και τη στήριξη που της έδωσε εκείνη η καλή οικογένεια. Το σπιτάκι που μας είχαν δώσει έξω στον κήπο ήταν η πιο όμορφη αγκαλιά που γνώρισα σαν παιδί μετά της μητέρας μου. Τα δυό παιδιά της οικογένειας παίζανε μαζί μου μου φέρνανε καραμέλες, γλειφιτζούρια και άλλα δώρα ….ωχ για στάσου….Φάνη λέγανε το αγόρι….
Η ηλικιωμένη γυναίκα. Της έπιασε το μπράτσο. Και Μαργαρίτα, το κορίτσι; τη ρώτησε βουρκωμένη.
-Μα, ναι. Μαργαρίτα. Ήταν και οι δύο φοιτητές. Το αγόρι στο Πολυτεχνείο και το κορίτσι….
-Στη Νομική; ξαναρώτησε η ηλικιωμένη γυναίκα
-Μα ναι και πάλι. Πώς το ξέρετε; Όταν μας είπαν ότι το σπίτι θα πουληθεί και ότι δεν θα μπορούσαν να μας κρατήσουν άλλο, ήμουν περίπου 12 χρονών. Ένιωσα ότι μου ξερίζωσαν όλη μου τη ζωή. Έπρεπε να αποχωριστώ το σπίτι που για μένα ήταν «το σπίτι μου». Δεν είχα γνωρίσει άλλο μέχρι τότε.
-Η μητέρα μου βρήκε δουλειά στη Μυτιλήνη και έτσι φύγαμε πολύ μακριά. Στην αρχή μιλούσαν καμία φορά με τους γονείς του Φάνη και της Μαργαρίτας. Αλλά μετά από κάποιο καιρό χαθήκανε σιγά σιγά. Δεν υπήρχαν και τα κινητά τότε.
Πριν λίγο καιρό η καρδούλα της δεν άντεξε και έφυγε. Ήρεμη και ευτυχισμένη.
-Είσαι λοιπόν η Άννα; της Ρόζας; Αυτά δεν είναι τα ονόματά σας; είπε δακρύζοντας και πάλι η ηλικιωμένη γυναίκα
-Ναι, αυτά είναι…Εσείς…πώς….Θεέ μου!! Δεν μπορεί. Είστε η Μαργαρίτα;
-Ναι, είμαι η Μαργαρίτα. Που σε έκανα βόλτες και παίζαμε όταν ήσουν μικρούλα. Το πρόσωπο σου μου θύμισε κάτι αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι πράγματι θα ήσουν εσύ. Εδώ σε αυτό το «μαγικό» βαγόνι. Σε αυτό το «μαγικό» ταξίδι που βρεθήκαμε όλες μαζί. Δεμένες από τις κλωστές της μοίρας. Που ενώνουν και χωρίζουν τους ανθρώπους.
-Μια λάθος θέση, ένας ευγενικός νεαρός, ένα τελευταίο εισιτήριο και μια ταυτότητα που γλίστρησε. Όλα μπήκαν τόσο τέλεια στη σειρά από το χέρι της μοίρας, για να βρεθούμε εμείς οι τρείς. Ας μην αφήσουμε να ξαναχαθούμε.
-Ναι. Να μην αφήσουμε Μαργαρίτα, είπε η Άννα, κρατώντας σφιχτά τα χέρια και των δυο τους. Αλλά μόνο η μοίρα το ξέρει αυτό.
Έξω το σκοτάδι είχε καλύψει πια για τα καλά τον πράσινο μανδύα της εξοχής. Τα λιγοστά φωτάκια σε κάποια σημεία της διαδρομής ίσα που φαινόντουσαν. Το ταξίδι θα συνεχιζόταν για ώρα ακόμη. Είχαν τόσα πολλά ακόμα να πούνε…
Από πάνω τους, η μοίρα συνέχιζε να πλέκει και να ξεπλέκει: κλωστές, ζωές, χρόνια, στιγμές, χωρισμούς, σμιξίματα….
ΤΕΛΟΣ
Πολύ ωραία και συγκινητική ιστορία!