Μαρία Πουλαντεράκη
Οι στρατιώτες περίμεναν κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα του σκοτεινού δάσους. Ο εχθρός πλησίαζε. Σύντομα η μάχη θα ξεκινούσε και μαζί και ο αγώνας για υπεράσπιση της πατρίδας και επιβίωση. Η νύχτα γέμισε κρότους, φωνές, φωτιές, βογγητά. Η μάχη ήταν σκληρή, άνθρωποι χάνονταν κι από τις δύο πλευρές. Το ξημέρωμα έφερε νεκρική σιγή μαζί του. Ο εχθρός είχε υποχωρήσει, μα το τίμημα ήταν βαρύ. Κορμιά άψυχα, ματωμένα, λαβωμένα είχαν καλύψει το χώμα. Ψάχνοντας για τραυματίες ο Κρίτωνας και οι υπόλοιποι τυχεροί, καταβεβλημένοι αλλά ζωντανοί, αντιμετώπιζαν τώρα τον πόνο για τον χαμό των συντρόφων τους. Και τότε τον είδε. Ανάμεσα στα σώματα, ο Νικόλας, ο καλύτερος φίλος του κειτόταν ανήμπορος, λιπόθυμος. Ο Κρίτωνας με απαλές κινήσεις τον τράβηξε και τον απίθωσε σε μέρος καθαρό. Ένιωσε σκοτοδίνη. Το κάτω μέρος του σώματος του Νικόλα ήταν μια μαύρη πληγή. Ούτε πόδια υπήρχαν, η κοιλιά του ανοιγμένη, το αίμα έτρεχε ποτάμι. Ο Κρίτωνας προσπάθησε να τον συνεφέρει δίνοντάς του λίγο νερό. Ο φίλος του άνοιξε με κόπο τα θολά μάτια και βογκώντας του ζήτησε να τον τελειώσει εκείνη τη στιγμή. Ο Κρίτωνας πάγωσε. Το μυαλό του αρνιόταν να συνεργαστεί. Η αλήθεια ήταν μπροστά του σκληρή. Κατάλαβε. Ο Νικόλας δεν είχε σωτηρία. Πονούσε αφόρητα και έχανε συνέχεια αίμα. Μέσα του δύο φωνές μάλωναν. Η μία φώναζε ότι του ζητούσαν να αφαιρέσει μια ζωή που ίσως μπορούσε να σωθεί. Η άλλη τον ρωτούσε αν θα ήταν ζωή αυτή ή βαριά καταδίκη ενός ανθρώπου δυστυχισμένου. Από τη μια σκεφτόταν πως ίσως όφειλε να κάνει μία απέλπιδα προσπάθεια. Από την άλλη ήξερε ότι ο Νικόλας δεν θα επιβίωνε από τόσο σοβαρό τραυματισμό. Δεν άντεχε να βλέπει τον φίλο του να πονάει, να χάνεται σιγά σιγά, να υποφέρει χωρίς ελπίδα. Δεν άντεχε να παρατείνει το μαρτύριό του. Ένιωσε πως είχε υποχρέωση να τον βοηθήσει να λυτρωθεί. Έστω κι αν αυτό θα το κουβαλούσε για πάντα μέσα του. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και δισταχτικά έπιασε το όπλο. Ο Νικόλας χαμογέλασε και ένευσε καταφατικά. Ο πυροβολισμός που ακούστηκε έδωσε τέλος στο μαρτύριο του ενός. Μα, του άλλου μόλις ξεκινούσε. Το ουρλιαχτό του ακούστηκε μακριά. Η καρδιά του κομματιάστηκε. Τα δάκρυα θόλωσαν τα μάτια του. Το δικό του τραύμα δεν θα γιατρευόταν ποτέ. Ήταν τραύμα της ψυχής και όχι του κορμιού.
ΤΕΛΟΣ